Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2008

Πρόκειται για την ωραιότερη συνέντευξη που εχω διαβάσει... Επειδή φορτώθηκε σήμερα στο site το ηλεκτρονικό αρχείο του schooligans (www.theschooligans.gr) την θυμήθηκα και την παραθέτω:
«Χρειαζόμαστε σκληρά παιδιά που να λένε σκληρά όχι»:
Συνέντευξη: Γιάννης Αγγελάκας
Πέρυσι, το βράδυ που γινόταν ο τελικός του Fame Story και η Καλομοίρα έστελνε φιλάκια, πέντε χιλιάδες παιδιά είχαν στριμωχτεί στο θέατρο Βράχων για να δουν τον Θανάση Παπακωνσταντίνου και τον Γιάννη Αγγελάκα. Προς το τέλος της συναυλίας το σύνθημα «Ω, είναι ωραία στον παράδεισο» δυνάμωνε όλο και πιο πολύ. Κι όταν ο Αγγελάκας ενέδωσε και είπε ένα τραγούδι από τις Τρύπες, το πλήθος ξέσπασε. Άρχισαν όλοι να χοροπηδάνε και να πέφτουν με δύναμη ο ένας πάνω στον άλλον - όπως παλιά.
«Κι αυτό μια έκφραση αγάπης είναι. Να σπάσουμε, να γίνουμε όλοι μαζί κομμάτια» είχε πει ο ίδιος σε μια συνέντευξη. Τον συναντήσαμε στην Επανωμή, ένα χωριό έξω απ' τη Θεσσαλονίκη, όπου ζει εδώ και 10 χρόνια. Ξέραμε την αλλεργία που παθαίνει όταν ακούει τη λέξη «καλλιτέχνες» και ξεκινήσαμε ακριβώς μ' αυτήν.

-Γιάννη Αγγελάκα, είσαι καλλιτέχνης;
-(σκάει στα γέλια)... Λοιπόν; (παίρνει σοβαρό ύφος) ...Είμαι πρώτα άνθρωπος και μετά καλλιτέχνης. Το μεγάλο μου ελάττωμα είναι ότι δεν μπορώ να πω ψέματα. Όχι, η επιτυχία δεν με άλλαξε. Είμαι πάντα ο Γιάννης, ο Γιαννάκης που κάποτε μάζευε σταφύλια για να ζήσει... Θέλετε κι άλλες καλλιτεχνικές απαντήσεις;
-Όντως μάζευες σταφύλια;
-Φυσικά! Μα σας είπα: Δεν μπορώ να πω ψέματα! (γέλια) ΟΚ, τέρμα η πλάκα, πάμε στην κανονική συνέντευξη...
-Πόσο χρονών είσαι;
-Έκλεισα τα 45.
-Κοιτάζεις ποτέ το παρελθόν πίσω σου;
-Ναι, βέβαια. Έχω μια ανελέητη συνείδηση του νήματος. Μπορώ εύκολα να θυμηθώ τον εαυτό μου 5 χρονών, 10, 15, 25... Νιώθω ότι πατάω σε μια ευθεία, την οποία αισθάνομαι πίσω από την πλάτη μου, ακόμα κι όταν δεν κοιτάω προς τα πίσω.
-Και πού οδηγεί αυτή η ευθεία;
-Έλα ντε!
-Σαν παιδί ήσουν διαφορετικό από τ' άλλα;
-Όχι ιδιαίτερα. Θυμάμαι μόνο ότι μου άρεσε να στήνω αυτοσχέδιες μικρές παραστάσεις. Μάζευα τα παιδιά της γειτονιάς και τους έπαιζα φανταστικές ιστορίες. Και θυμάμαι τον πατέρα μου να έρχεται και να με μαζεύει, γιατί δεν του άρεσε καθόλου αυτό που έκανα. Το θεωρούσε λίγο ανώμαλο.
-Είχες κάποιον παιδικό ήρωα; Ας πούμε τον Σούπερμαν, τον Μπάτμαν...
-Μπα, δεν ψηνόμουν με τέτοιους υπερήρωες. Είχα την τύχη να πέσει στα χέρια μου -πρέπει να' μουν 10 χρονών- ένα βιβλίο, το «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Στάινμπεκ. Είναι μια πολύ απλή ιστορία -μπορεί να τη διαβάσει κι ένα παιδί- αλλά εγώ έπαθα σοκ. Ο ήρωας ήταν ένας άνθρωπος καθυστερημένος και αγαθός που είχε κάτι ποντικάκια, αλλά όπως τα χάιδευε, επειδή ήταν χειροδύναμος, τα έπνιγε. Και στο τέλος της ιστορίας πνίγει, χωρίς να το θέλει, και μια όμορφη κοπέλα που αγαπούσε. Είχα μπει λοιπόν από μικρός σε ένα περίεργο τριπ. Πώς γίνεται ο καλός να είναι και κακός; Οι ήρωές μου ήταν λίγο αντιφατικοί.
-Θα έλεγες ότι είχες ευτυχισμένα παιδικά χρόνια;
-Ναι, γιατί ήταν πλήρη. Με αγωνίες και με χαρές. Ήμασταν πολύ φτωχοί. Ζούσαμε σε μια μονοκατοικία στη Νεάπολη (Θεσσαλονίκη) που μέσα από το σαλονάκι μας περνούσαν αυτοί που μένανε από πάνω!
-Μέσα απ' το σαλόνι;!
-Ναι, αυτό γινόταν για σχεδόν 2 χρόνια. Μετά ήρθε κι έμεινε ένας θείος μου από πάνω, οπότε τουλάχιστον περνούσε γνωστός άνθρωπος! Ήταν μια οικογένεια φτωχών, αλλά πολύ παθιασμένων ανθρώπων. Αγαπιόντουσαν, γλεντάγανε, μαλώνανε -μιλάμε ξύλο κανονικό- και μετά πάλι γλεντάγανε. Πώς είναι ο «Καιρός των τσιγγάνων» του Κουστουρίτσα; Έτσι ακριβώς.
-Πεινούσες;
-Όχι, προς Θεού! Αλλά θυμάμαι από πολύ μικρός να κοιμάμαι και ν' ακούω στο διπλανό δωμάτιο τον πατέρα μου και τη μάνα μου το βράδυ να κάνουν λογαριασμούς και να λένε «χρωστάμε 5 δραχμές στον Μιχάλη και άλλες 3 δραχμές στον Μπάμπη». Και μ' έπαιρνε έτσι ο ύπνος ακούγοντας λογαριασμούς και προβλήματα. Ήξερα δηλαδή ότι τα πράγματα είναι δύσκολα. Δεν μπορούσα να πω την άλλη μέρα «δώστε μου ένα δεκάρικο για ν' αγοράσω κάτι».
-Η μουσική υπήρχε καθόλου στο σπίτι;
-Ακούγαμε απ' το ραδιόφωνο τα λαϊκά της εποχής. Πολύ Καζαντζίδη βέβαια...
-Στο Γυμνάσιο-Λύκειο ήσουν καλός μαθητής;
-Μέτριος. Του 15 ας πούμε. Τα κατάφερνα με λίγο διάβασμα.
-Και όταν δε διάβαζες, τι έκανες; Άκουγα μουσική. Ο πατέρας μου μού είχε πάρει ένα φτηνό στερεοφωνικό και έβαζα βινύλια. Περίμενα να φύγουν οι γονείς μου απ' το σπίτι, να βάλω τ' ακουστικά, να ξαπλώσω στο πάτωμα, να καπνίσω κρυφά ένα τσιγάρο.
-Μουσική άκουγες πάντα μόνος;
-Όχι, και με παρέα. Ήμασταν χωρισμένοι σε ροκάδες και καρεκλάδες (αυτοί που ακούγανε ντίσκο). Εμείς οι ροκάδες περιμέναμε πώς και πώς να βγει ο καινούριος δίσκος των Pink Floyd.
-Είχατε κανένα στέκι; Το δρόμο. Αράζαμε σε κάτι παγκάκια, κάτι πλατείες...
-Το σχολείο τι σου άφησε τελειώνοντας;
-Απολύτως τίποτα. Νομίζω ότι τα μοναδικά χρόνια που βαρέθηκα πραγματικά στη ζωή μου ήταν του σχολείου. Βαριόμουν ανελέητα. Μου είχε πάρει δώρο ο πατέρας μου ένα ρολόι το οποίο το κοίταγα συνέχεια γιατί η ώρα μες στην τάξη δεν περνούσε με τίποτα. Μετά από μερικούς μήνες δεν άντεξα και το πέταξα. Από τότε δεν ξαναφόρεσα ποτέ ρολόι.
-Αντιμιλούσες στους καθηγητές;
-Όχι, ήμουνα πιο πολύ στον κόσμο μου.
-Κινδύνεψες ποτέ να μείνεις;
-Έμεινα στη Β' Γυμνασίου. Έχασα χρονιά απ' τα Μαθηματικά. Δεν καταλάβαινα τίποτα, δεν μπορούσα να συνειδητοποιήσω τι πάει να πει αρνητικός αριθμός. Δεν ήξερα ότι -3+1 κάνει -2. Έμεινα μετεξεταστέος το Σεπτέμβρη και όταν πήγα με ρώτησαν πάλι «-3+1=;»... Έτσι έχασα τη χρονιά. Για ένα μάθημα! Τι ζώα ήταν αυτοί οι άνθρωποι! Και θυμάμαι είχαμε έναν γυμνασιάρχη, ο οποίος όταν με είδε να κλαίω μου είπε: «Έλα, μην κλαις Αγγελάκα! Κι ο Αϊνστάιν είχε κοπεί στα Μαθηματικά!» Ωραία παρηγοριά! Η πλάκα είναι ότι την επόμενη χρονιά ήρθε ο μοναδικός μαγικός καθηγητής που θυμάμαι στο σχολείο, ένας Μαθηματικός, και ενθουσιάστηκα τόσο με τις εξισώσεις που στο Λύκειο διάλεξα θετική κατεύθυνση. Πήγαινα μάλιστα για Πολυτεχνείο, αλλά εκεί γύρω στην προτελευταία τάξη αποφάσισα ότι δεν έχω κουράγιο να διαβάσω τόσο πολύ και προτίμησα τη Βιομηχανική για χαβαλέ.
-Και μπήκες;
-Και μπήκα!
-Η πιο καλή ανάμνηση απ' το σχολείο ποια ήταν;
-Κάτι πρωινά με κοπάνες. Πηγαίναμε δίπλα σε ένα καφενείο, πίναμε καφέδες, μιλάγαμε, καπνίζαμε...
-Μπουρδελότσαρκα πηγαίνατε;
-Οι φίλοι μου πηγαίνανε, εμένα δε μου άρεσε. Για κάποιους λόγους ήμουν συνεσταλμένος.
-Έκανες έρωτα πριν τελειώσεις το Λύκειο;
-Όχι. Βρισκόμουν ερωτικά με κορίτσια, αλλά έρωτα ολοκληρωμένο έκανα μετά το Λύκειο.
-Η πρώτη φορά ήταν μαγική;
-Όχι. Ήταν απλά με μια κοπέλα που μ' άρεσε.
-Πρότυπα είχες;
-Είχα τους μουσικούς. Τον Jimmy Hendrix, τον Bob Dylan, τον Σαββόπουλο...
-Ντυνόσουν περίεργα;
-Για εκείνη την εποχή ήμασταν φρικιά. Ξέρεις, μακριά μαλλιά, κολλητά τζιν, πουκάμισα απ' έξω... Με τον πατέρα μου είχαμε όλο καβγάδες. Μου 'σχιζε τα τζιν...
-Σοβαρά;
-Ναι, ήταν υπερβολικά αυστηρός. Η μαμά είχε πιο πολλή κατανόηση, αλλά εγώ, έτσι κι αλλιώς, από τα 15 μου δεν άντεχα την κανονική οικογενειακή ζωή και στα 18-19 έφυγα από το σπίτι.
-Πώς φεύγεις; Ανοίγεις την πόρτα και φεύγεις;
-Ναι, μετά από έναν καβγά, ας πούμε.
-Τι πήρες μαζί σου;
-Τίποτα! Το στερεοφωνικό και οι δίσκοι έμειναν εκεί. Τα ξαναβρήκα πολλά χρόνια μετά.
-Και πότε έγινε η επιστροφή του ασώτου υιού;
-Δεν επέστρεψα ποτέ. Απλώς κάποια στιγμή αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις με τον πατέρα μου και πήρα το στερεοφωνικό.
-Ήταν οδυνηρό μέσα σου να φύγεις από το σπίτι;
-Όχι, ήταν απελευθερωτικό. Το ήθελα πάρα πολύ. Ήθελα να ζήσω έτσι όπως ονειρευόμουν να ζήσω.
-Και η πραγματικότητα έξω πώς σου φάνηκε;
-Μια χαρά. Στην αρχή πήγα και έζησα με μια κοπέλα που ήταν φοιτήτρια και είχε σπίτι στη Θεσσαλονίκη. Μετά άρχισα τα ταξίδια στην Κρήτη.
-Δούλευες;
-Ναι, έκανα οτιδήποτε. Πήγαινα στην Κρήτη κι έκανα το γκαρσόν σε ουζερί, μάζευα σταφύλια... Ή κάτι τρελές δουλειές στη Θεσσαλονίκη. Μαζεύαμε, ας πούμε, με έναν τύπο διάφορα κουρέλια - ήμασταν δηλαδή ρακοσυλλέκτες - και μετά αυτός τα ξεχώριζε και έφτιαχνε από τα κουρέλια στρώματα.
-Στη Βιομηχανική πήγες καθόλου;
-Ναι. Πήγα με ενθουσιασμό, αλλά από τον πρώτο χρόνο έφαγα ξενέρωμα που λένε. Είχε λίγο πλάκα βέβαια, γιατί τότε ήταν έντονα πολιτική η ατμόσφαιρα και ήταν όλοι ενταγμένοι σε κόμματα. Εγώ και οι φίλοι μου είχαμε φτιάξει διάφορες ομάδες κάπως ρομαντικές που γράφαμε κείμενα, προκαλούσαμε, χλευάζαμε.
-Ήσουν αναρχικός;
-Ήμουν ένα είδος αναρχικού. Δεν ήμουν ενταγμένος.
-Έχεις φάει ποτέ ξύλο από μπάτσους;
-Όχι, αλλά έχουμε παίξει κυνηγητό με μπάτσους και έχουν φάει ξύλο οι φίλοι μου. Εγώ ήμουν απλώς τυχερός.
-Γιατί σας κυνηγούσαν;
-Φωνάζαμε συνθήματα εναντίον τους. Είχε βγει ένας νόμος για εντατικοποίηση των σπουδών και είχαμε όλοι κατεβεί στους δρόμους.
-Πότε ένιωσες για πρώτη φορά εχθρικά απέναντι στην έννοια «κράτος»;
-Κοίταξε, δεδομένου ότι από μικρός είχα συνείδηση της φτώχιας μας, μεγαλώνοντας ανακάλυπτα και ποιοι είναι οι λόγοι της φτώχιας. Όταν ήμουν παιδί θεωρούσα ότι η φτώχια είναι μια κατάσταση φυσιολογική στη ζωή. Σιγά-σιγά έβλεπα ότι δεν ήταν και τόσο φυσιολογικό ότι ο πατέρας μου ήταν πάντα ένας εργάτης που τον ξεζουμίζανε και το μόνο που κέρδιζε ήταν να δίνει ένα κομμάτι ψωμί στα παιδιά του. Άρχισα να αναρωτιέμαι λοιπόν τι σόι οργανωμένη κοινωνία είναι αυτή. Απ' την άλλη, επειδή ο πατέρας μου ήταν κομμουνιστής και οργανωμένος στο ΚΚΕ, καταλάβαινα ότι ούτε τα υποτιθέμενα επαναστατικά κόμματα φτιάχναν ελεύθερους ανθρώπους. Δηλαδή δεν μπορούσα να δεχτώ ότι ο πατέρας μου, ο επαναστάτης, ο κομμουνιστής, αρνιόταν τα ρούχα μου, τη μουσική μου, την ιδιομορφία μου.
-Οπότε;
-Οπότε κάποια στιγμή έπαψα να πιστεύω - ως τότε το πίστευα - ότι η λύση είναι η κοινοβουλευτική αριστερά. Είδα ότι οι άνθρωποί της είναι θύματα ενός άλλου μηχανισμού που πάλι τους κρατούσε στο σκοτάδι και τους έδινε εντολές.
-Όλο αυτό σου δημιούργησε μια απελπισία;
-Ναι. Πέρασα μια εποχή, 20-22 χρονών, που ήμουνα κυνικός και μηδενιστής. Δεν έβλεπα πουθενά.
-Και τι σε στήριξε;
-Η μουσική και ο δρόμος, το να ζεις στο δρόμο, να βρίσκεις κι άλλους ανθρώπους που να' χουν τις ίδιες αγωνίες, τους ίδιους άλυτους γρίφους...
-Τους βρήκες αυτούς τους ανθρώπους;
-Ναι, τους βρήκα, ήμουν τυχερός. Και είχαμε την αισιοδοξία ότι, παρ' όλα τα σκατά, «εμείς μπορεί και να καταφέρουμε να ζήσουμε αλλιώς». Και νομίζω ότι υπάρχουν αρκετά παιδιά από εκείνη τη γενιά του πανκ που μέχρι και σήμερα καταφέρνουν να ζουν με αξιοπρέπεια, με ελεύθερη σκέψη και με την προσωπική τους ηθική ανέγγιχτη.
-Αυτές οι αντιλήψεις που είχες στα 20 σου για τον κόσμο έχουν αλλάξει σήμερα;
-Όχι, ίσα-ίσα. Αν τότε ο κόσμος σου άφηνε κάποια περιθώρια να τον ονειρευτείς καλύτερο, τώρα στενεύουν τα πράγματα. Τότε ήταν εύκολο για ένα παιδί να πει «Δεν γουστάρω τίποτα, θα ντύνομαι όπως θέλω, θα κάνω παρέα με τους αλήτες που θέλω». Ήταν εύκολο να ζήσεις ένα -έστω ακίνδυνο- περιθώριο. Τώρα όμως το ντύσιμο δεν σημαίνει τίποτα. Είναι μόδα τα μαλλιά και τα σκουλαρίκια. Έχετε δίκιο. Νομίζω ότι σήμερα που όλοι τρέχουν (τους έχουν πείσει ότι αν δεν τρέχουν θα πεθάνουν της πείνας), η πρόκληση είναι τα παιδιά που χάνουν τον καιρό τους και ονειρεύονται. Αυτά είναι τα επικίνδυνα παιδιά. Τα παιδιά που ονειρεύονται όχι τον εαυτό τους, αλλά τον κόσμο αλλιώς, ακόμα και όταν όλα γύρω-γύρω τους αποθαρρύνουν. Όχι να σκέφτονται «εντάξει, ο κόσμος είναι κρύος» και να τρέχουν να εξασφαλίσουν ένα παλτουδάκι ή μια γούνα. Μα να σκέφτονται πώς μπορεί να γίνει ο κόσμος πιο ζεστός.
-Πιστεύεις ότι υπάρχουν τέτοια παιδιά;
-Ναι. Απλώς είναι πιο λίγα και πιο μοναχικά, γι' αυτό δεν τα βλέπουμε ακόμα.
-Να μιλήσουμε λίγο για τις Τρύπες… Πόσο χρονών ήσουν όταν φτιάχτηκαν;
-Γύρω στα 23.
-Ήταν δύσκολα τα πρώτα χρόνια;
-Οικονομικά ναι, ήταν χρόνια ανέχειας. Από το 1982 μέχρι το 1992 που βγαίνει ο δίσκος «Εννιά πληρωμένα τραγούδια» και γίνεται το εμπορικό μπαμ με τις Τρύπες, εμείς πεινούσαμε.
-Παρότι ήσασταν ήδη γνωστοί;
-Και τι μʼ αυτό; Θυμάμαι το 1991, να κυκλοφορώ στην πλατεία Ναυαρίνου. Μόλις είχαμε κάνει την πρώτη συναυλία στο Λυκαβηττό και είχε έρθει 3000 κόσμος. Είχαμε πάρει κάτι ψιλά, αλλά εγώ εξακολουθούσα να είμαι άφραγκος. Κυκλοφορούσα λοιπόν στην πλατεία Ναυαρίνου κι ένας πιτσιρικάς μου φωνάζει:«Γεια σου Αγγελάκα καπιτάλα!». Είχα χεστεί στο γέλιο. Εγώ σκεφτόμουν πώς θα τη βγάλω εκείνη την ημέρα και για κάποιους είχα γίνει καπιτάλας…
-Εκείνα τα χρόνια είναι που κάνεις παρέα και με τον στιχουργό Μανώλη Ρασούλη;
-Ναι, άλλος επιτυχημένος και άφραγκος ο Μανώλης! Γιατί ήταν άνθρωπος που μίλαγε και ενοχλούσε… Μουʼ μαθε πάρα πολλά η παρέα μαζί του. Υπήρχαν εποχές που μέναμε στο ίδιο δωμάτιο και μοιραζόμασταν ένα πιάτο φαΐ. Μετά νοίκιασε ένα σπίτι μόνος του και επειδή αυτός έπαιρνε που και που τίποτα λεφτά από την ΑΕΠΙ, βοηθούσε κι εμένα. Θυμάμαι ότι μπορεί να άνοιγα την πόρτα του σπιτιού μου και να έβρισκα από κάτω ένα πεντοχίλιαρο. Καταλάβαινα ότι είχε περάσει ο Μανώλης.
-Και όλα αλλάζουν με τα «Εννιά πληρωμένα τραγούδια»;
-Ναι. Ξαφνικά πούλησαν 40.000 δίσκους! Αστρονομικό νούμερο για μας.
-Το περίμενες;
-Τελείως παράλογα, ναι, το περίμενα. Πίστευα ότι αυτό που κάναμε αφορούσε πολύ κόσμο -την είχα αυτή την πεποίθηση από το '85. Βέβαια άλλο να το περιμένεις και άλλο να σου συμβαίνει. Όταν συνέβη, πέρασα δύσκολα.
-Δηλαδή;
-Με σόκαρε όλη αυτή η ενέργεια που ήρθε ξαφνικά επάνω μας. Άρχισα να αισθάνομαι άβολα, σχεδόν αρρώστησα.
-Τι ακριβώς σε τρόμαξε; Ο κόσμος; Τα αυτόγραφα;
-Όλα! Με τρόμαξε το όλο πράγμα που ξαφνικά μεγάλωσε και έγινε ανεξέλεγκτο: η ένταση, η υστερία, οι συναλλαγές, οι promoters που τα τσέπωναν... Χρειάστηκαν ένα-δυο χρόνια για να καταλάβω πώς θα σταθώ μέσα σ' αυτό το πανηγύρι χωρίς να χαθεί η υπόστασή μου. Και σιγά-σιγά βρήκα τους τρόπους να κάνω όλη αυτή την τρέλα συνείδηση και να τη στέλνω πίσω στον κόσμο.
-Πέρα από δικαίωση, ήταν και μια εκδίκηση όλη αυτή η επιτυχία;
-Ναι, το ένιωσα κι αυτό κάποιες στιγμές, γιατί οι δημοσιογράφοι μέχρι το '93-'94 μας είχαν γραμμένους. Δεν μπορούσαμε να τους παραδοθούμε άνευ όρων. Είχαμε πίσω μας 10 χρόνια πείνας και πίστης.
-Κι έτσι είπατε πολλά «όχι»;
-Πάρα πολλά «όχι» και σε συνεντεύξεις και σε εξώφυλλα.
-Και σε διαφημίσεις;
-Ναι, εννοείται.
-Τι διαφημίσεις;
-Ας πούμε, από μια γνωστή εταιρεία μας κάνανε μια φοβερά μεγάλη πρόταση για να χρησιμοποιήσουν ένα τραγούδι μας σε διαφήμιση.
-Τι είδους εταιρεία;
-Φαστ φουντ. Δεν έχει σημασία το όνομα.
-Και ποιο τραγούδι σας θα βάζανε;
-Το «Δεν χωράς πουθενά». Ήθελαν να ξεπουλήσουν όλη μας τη ζωή... Για τα χάμπουργκερ! Όχι χάμπουργκερ. Είχαν κάνει τότε τις «τρυπάτες πατάτες»! Είχαν στήσει ολόκληρο concept πάνω στις Τρύπες... Και δεν πιστεύανε ότι αρνιόμασταν τα ποσά που μας δίνανε.
-Τι ποσά;
-Φτάσανε τα 40-50 εκατομμύρια! (σ.σ. 150.000 ευρώ) Μιλάμε για μυθικά ποσά. Βέβαια δεν ξεκινήσανε από 50, αλλά ήταν, ξέρεις, ο αλαζονικός τύπος που έλεγε: «Δε δέχεστε με 10; Τα διπλασιάζω! Ούτε με 20; Τα τριπλασιάζω!»... Αυτός πρέπει να έπαθε στο τέλος υπαρξιακό πρόβλημα! (γέλια)
-Πότε γίνονται αυτά;
-Γύρω στο 2000, τότε που σταματούσαν οι Τρύπες. Δηλαδή ό,τι έπρεπε: Κλείνουμε το μαγαζί και το ξεπουλάμε κιόλας! (γέλια)
-Πέρα από διαφημίσεις, είχατε προτάσεις και για συνεργασίες με «μεγάλα ονόματα»;
-Ναι, βέβαια. Από το να εμφανιστούμε στα γενέθλια γνωστού καλλιτέχνη που δηλώνει ροκ μέχρι και το να τραγουδήσω εγώ με έντεχνη μεγαλοτραγουδίστρια. Μιλάμε για συνεργασίες παράλογες.
-Γιατί παράλογες;
-Γιατί βρωμάνε καριέρα.
-Οι Τρύπες γιατί διαλύθηκαν;
-Γιατί σταμάτησαν να έχουν περιπέτεια. Η ατμόσφαιρα είχε αρχίσει να μην είναι τόσο συντροφική. Δεν υπήρχε χρόνος και διάθεση να ψάξουμε για καινούρια ακούσματα. Στις πρόβες κάποιοι κοιτούσαν το ρολόι...
-Οπότε κάποια στιγμή λες «παιδιά, χωρίζουμε»;
Όχι, δεν ειπώθηκε τίποτα. Απλά δεν έγινε το τηλεφώνημα για την επόμενη πρόβα.
-Σου άφησε άσχημη γεύση το τέλος;
-Καθόλου. Ήταν καιρός να ξεβολευτούμε και να πάρει ο καθένας τα ρίσκα του. Το βόλεμα θα ήταν ένας ακόμα δίσκος με τις Τρύπες.
-Μετά τη διάλυση, σκεφτήκατε ποτέ να δώσετε συναυλία;
-Όχι, ποτέ.
-Σε ενοχλεί ο κόσμος που σε σταματάει στο δρόμο για να σου μιλήσει;
-Όχι, ίσα-ίσα το χαίρομαι. Υπάρχουν βέβαια και μερικοί που συμπεριφέρονται σαν φανς («είσαι μεγάλος», «είσαι θεός» και τέτοια), συνήθως όμως συναντώ πολύ ωραία παιδιά. Θυμάμαι πριν 2-3 χρόνια, ήμουνα στην Ομόνοια κι ενώ περίμενα ένα φίλο, βλέπω έναν νεαρό μπάτσο να με κοιτάει περίεργα. Καθαρός ήμουνα, δεν είχα κανένα πρόβλημα, «τι με κοιτάει;» λέω. Κάποια στιγμή με πλησιάζει: «Είσαι ο Γιάννης Αγγελάκας;», «Ναι» του λέω. Κι εκείνος βγάζει το πηλίκιό του και μου λέει: «εγώ δεν είμαι αυτό που βλέπεις... εγώ είμαι ροκάς, μεγάλωσα με τις Τρύπες». Και φωνάζει έναν άλλο μπάτσο φίλο του και βγάζει κι αυτός το πηλίκιό του και αρχίζουμε όλοι να γελάμε.«Είναι απίστευτο», μου λένε «φοράμε στολές, γίναμε όργανα της τάξης... τι γυρεύουμε εμείς μέσα στη νύχτα των άλλων»!
-Συγκινητικό είναι!
-Ναι, βέβαια. Συγκινητικό και σουρεαλιστικό. Είχαν καταλυθεί οι ρόλοι τελείως. Πάλι καλά που μερικά παιδιά που ακούγανε Τρύπες γίνανε μπάτσοι.
-Καλό για τους μπάτσους δηλαδή...
-Δεν ξέρω...
-Πόσο θα αντέξεις αν μπεις σ' ένα τέτοιο επάγγελμα;
-Άσε που καθώς μου μιλούσαν πέρναγε κι ένα περιπολικό. «Τους βλέπεις αυτούς;» μου λένε. «Κάνουν περιπολία για να τσεκάρουν εμάς, να δουν αν κάνουμε τη δουλειά μας σωστά».
-Πάμε στα πράγματα που έκανες μετά τις Τρύπες. Συνεργάστηκες με τον Θανάση Παπακωνσταντίνου...
-Ευτυχώς που υπήρχε κι ο Θανάσης τα τελευταία χρόνια και ακούσαμε μερικά τραγούδια με αληθινή έμπνευση και μνήμη.
-Έπαιξες στην ταινία του Νικολαΐδη «Ο χαμένος τα παίρνει όλα»...
-Αυτό ήταν ένα μικρό σοκ για μένα. Δούλεψα σε κάτι εντελώς έξω απ' τα νερά μου. Πάντα όμως διάλεγα να παίρνω άβολες πόζες. Πιστεύω ότι οι στιγμές που είμαστε έξω από τα νερά μας είναι οι στιγμές που γνωρίζουμε καλύτερα τον εαυτό μας.
-Και πριν δύο μήνες έβγαλες τις «Ανάσες των λύκων»... Ήταν κι αυτό μια άβολη πόζα;
-Ε, ναι. Πειραματίστηκα μ' έναν τσελίστα, τον Νίκο Βελιώτη. Ό,τι ακούς στον δίσκο -συγχορδίες, βόμβους, ρυθμούς- είναι όλα ήχοι από ένα τσέλο. Ο Νίκος ήταν ο αντιακαδημαϊκός τσελίστας που ονειρευόμουνα.
-Τι εννοείς «αντιακαδημαϊκός»;
-Εννοώ μακριά από τις ακαδημαϊκές σπουδές και τα ωδεία, τα οποία ως γνωστόν καταστρέφουν τη μουσική. Ο Νίκος ξεκίνησε από τα ωδεία, αλλά κάποια στιγμή έφυγε από το παράθυρο. Μια ατάκα που έχουμε πει μεταξύ μας είναι ότι «όση σχέση έχει η εκκλησία με τη θρησκεία, τόση σχέση έχουν και τα ωδεία με τη μουσική». ...και τα σχολεία με την παιδεία!...
-Εσύ έχεις ακαδημαϊκές σπουδές;
-Εγώ δεν ξέρω ούτε πεντάγραμμο να διαβάζω... (γέλια)
-Στον δίσκο γράψατε και οι δύο τη μουσική;
-Ναι, συνήθως εγώ έβαζα τις μελωδίες και ο Νίκος κάτι παράξενες αρμονίες.
-Οι στίχοι προϋπήρχαν;
-Άλλοι ναι, άλλοι όχι. Ήταν ένα σκοτάδι που ήθελα να βγάλω από μέσα μου. Σκοτάδι υπήρχε και στις Τρύπες...
-Υπάρχει τώρα καμιά διαφορά;
-Νομίζω τώρα πλησιάζω το σκοτάδι με περισσότερη συνείδηση ή μάλλον με περισσότερη αγωνία για συνείδηση.
-Ποιες είναι «οι ανάσες των λύκων που κυβερνούν την άγρια χώρα σου»;
-Είναι όλη αυτή η ασχήμια που ζω όταν βγαίνω μια βόλτα στην πόλη ή όταν τύχει ν' ανοίξω την τηλεόραση. Είναι οι μπάτσοι, οι καταναλωτές, ο Χριστόδουλος, ο Ψωμιάδης, ο Κούγιας, το Fame Story, οι σημαίες για την Eurovision... Όλα αυτά τα φιλτράρω για να βγάλω τις «Ανάσες των λύκων». Είναι το δικό μου εσωτερικό ρεπορτάζ.
-Στο δίσκο έχεις διασκευάσει κι ένα τραγούδι του Βαμβακάρη. Γιατί Βαμβακάρη;
-Όχι πάντως για «καλλιτεχνικούς λόγους». Το έκανα σαν μια ερωτική εξομολόγηση στον άνθρωπο που γέννησε το λαϊκό μας τραγούδι. Έναν άνθρωπο που με τρεις νότες και μια συγχορδία μπόρεσε να μεταφέρει στην αιωνιότητα την εικόνα μιας ολόκληρης εποχής. Το «Κάθε τρελό παιδί» του Χατζιδάκι είναι άλλη μια ερωτική εξομολόγηση; Ναι. Και ειδικά αυτή έγινε με πολύ τρακ.
-Φαίνεται! Η φωνή σου τρέμει σ' αυτό το τραγούδι.
-Ναι, μου ήταν πολύ δύσκολο. Και δεν είμαι σίγουρος αν το είπα όπως το ένιωθα.
-Τι καλό άκουσες τελευταία από ελληνική μουσική;
-Μου άρεσε ο δίσκος του Παυλίδη. Έκανε κάτι πολύ πιο βαθύ και ουσιαστικό απ' ό,τι έκανε με τα Ξύλινα Σπαθιά.
-Οι Active Member πώς σου φαίνονται;
-Έχουν μια αγωνία να κάνουν τίμια μουσική. Χάρη σ' αυτούς ακούσαμε χιπ-χοπ με αυθεντικότητα.
-Ο Αλκίνοος Ιωαννίδης;
-Μου είναι πολύ συμπαθής σαν φυσιογνωμία, σαν αύρα και σαν άνθρωπος. Παρόλα αυτά -από τον τελευταίο του δίσκο που άκουσα- νομίζω ότι υποφέρει από σπουδαιοφάνεια.
-Ο Μίκης Θεοδωράκης;
-Προτιμώ τον Χατζιδάκι.
-Μόνο αυτό έχεις να πεις;
-Τα υπόλοιπα τα λέει και μόνος του. Έμαθα ότι κυκλοφόρησε μια αυτοβιογραφία του με τίτλο… «Άξιος εστί»!
-Οι Raining Pleasure;
-Μου αρέσουν. Τσαντίστηκα μαζί τους όταν έμαθα ότι πήγαν στο Fame Story. Έχουν απαντήσει σ' αυτό. Το κάνανε «καθαρά για το promotion», για να τους ακούσει περισσότερος κόσμος. Αν είναι να ψάχνεις ακροατήριο μέσα απ' το Fame Story, καλύτερα παραιτήσου. Τη μουσική σου πρέπει να τη στηρίζεις και με την ηθική σου και με τη στάση σου. Πώς πηγαίνεις σ' ένα χώρο όπου οι άνθρωποι ξεβρακώνονται, ψυχολογικά και κυριολεκτικά, για λίγη δημοσιότητα; Και δεν το κάνουν μόνο οι Raining Pleasure. Έχω δει κι άλλους. Από τον υποτίθεται σοβαρό λαϊκό τραγουδιστή Μητροπάνο μέχρι κάποιους Κρητικούς παραδοσιακούς μέχρι τον Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ. Αυτά για μένα είναι κινήσεις πανικού.
-Ακόμα κι αν είναι για μια φορά; Για μια εμφάνιση 3 λεπτών;
-Εγώ τους ανθρώπους που παγιδεύονται σε λύσεις πανικού -ακόμα κι αν είναι για μια φορά- τους φοβάμαι. Σημαίνει ότι δεν έχουν μέσα τους τις αντοχές που χρειάζεται σήμερα ένας μουσικός για να φτιάξει κάτι στέρεο.
-Μήπως παραείσαι αυστηρός;
-Μπορεί να' χεις δίκιο. Αλλά δεν μπορείς να μου καταλογίσεις ότι το κάνω μόνο προς τα έξω και δεν το κάνω προς τον εαυτό μου. Όταν χρειάστηκε, εγώ τα όχι μου τα είπα. Δε μιλάω εκ του ασφαλούς. Και ξέρω ότι η εποχή μας είναι σκληρή. Αλλά ακριβώς γι' αυτό χρειάζεται σκληρά παιδιά που να λένε σκληρά όχι.
-Τη Eurovision την είδες;
-Ναι, την είδα. Δε μ' ενοχλεί η Παπαρίζου -μια χαρά το είπε το τραγουδάκι. Μ' ενοχλεί που γιορτάζουμε και καμαρώνουμε σαν γύφτικα σκερπάνια για μια εκδήλωση για την οποία παθιάζονται μόνο οι υποανάπτυκτες χώρες που μπήκαν τελευταία στην Ευρώπη. Γίναμε οι άρχοντες της τριτοκοσμικής Ευρώπης. Όπου μπορούμε να τη βγούμε, τη βγαίνουμε. Δηλαδή και σε διαγωνισμό... χεσίματος να παίρναμε την πρωτιά, θα βγαίναμε με σημαίες και θα πανηγυρίζαμε. Σημασία έχει να ξεχωρίζει αυτή η φοβερή χώρα, η Ελλάδα! Και ο Σαββόπουλος λίγο-πολύ αυτό είπε: «Μ' ενοχλεί που μέσα απ' τη Eurovision ξεσάλωσε πάλι η υπανάπτυκτη πλευρά μας». Καλά ναι! Κι όταν έβγαινε μέσα απ' την τούρτα η Καλομοίρα ή όταν δίνει τα τραγούδια του ο Θεοδωράκης στον Ρέμο, ποια πλευρά μας ξεσαλώνει; Η αναπτυγμένη;
-Γιατί λες ότι σήμερα πανηγυρίζουμε έτσι εύκολα;
-Μάλλον γιατί ζούμε πολύ ταπεινωμένοι κάθε μέρα. Κακοπερνάμε. Ακούω ότι η μισή Ελλάδα είναι χρεωμένη στις τράπεζες. Νομίζω ότι αυτός είναι ένας βασικός λόγος που έχει ξυπνήσει πάλι το εθνικό μας κόμπλεξ συν την ξενοφοβία συν τον ρατσισμό που ψιλοδέρνει τον πληθυσμό.
-Τα σκάνδαλα στην εκκλησία σε σόκαραν;
-Όχι. Με σόκαρε που ο κόσμος περίμενε την τηλεόραση να του πει γι' αυτά τα σκάνδαλα. Δηλαδή πριν δεν τα έβλεπε; Δεν ξέρω... Κάτι περίεργο συμβαίνει με την Ελλάδα. Σαν να τρώει ο λαός κάποιο χαλασμένο παραισθησιογόνο, σαν κάποιοι να τον τροφοδοτούν με ληγμένα ναρκωτικά.
-Ο Χριστόδουλος πώς σου φαίνεται;
-Γελοίος και επικίνδυνος. Βγήκε και είπε ότι η ομοφυλοφιλία είναι κουσούρι και μετά από λίγο καιρό αποκαλύφθηκε ότι η εκκλησία -τουλάχιστον τα ιερατεία τα υψηλά- είναι άντρο κουσουρλήδων. Βγαίνει κάθε τόσο και επικαλείται την παράδοση και μετά τα βάζει με τη Δόμνα Σαμίου που τραγουδάει παραδοσιακά τραγούδια. Δεν θέλει την παράδοση ελεύθερη. Θέλει να την ευνουχίσει, να την πακετάρει και να μας την προσφέρει έτσι όπως τον βολεύει.
-Με τι σκοπό;
-Να μη σηκώνουμε κεφάλι. Να ζούμε συνεχώς με το φόβο του σεξ, του θανάτου και του διαφορετικού. Εγώ πιστεύω ότι άνθρωποι σαν τον Χριστόδουλο, με την εμπάθεια και τον τρόπο που δουλεύουν, ετοιμάζουν, συνειδητά ή ασυνείδητα, ένα ολοκαύτωμα στο όνομα του οποιουδήποτε έθνους. Ο Μπους θα χαιρόταν πάρα πολύ να έχει από έναν Χριστόδουλο -σύμμαχο ή εχθρό- σε κάθε χώρα του πλανήτη.
-Η γνώμη σου για τον Καραμανλή ποια είναι;
-Λίγος.
-Για τον Γιώργο Παπανδρέου;
-Πολύ λίγος.
-Σημαίνει κάτι για σένα ότι ο Παπανδρέου παίρνει μια σκούπα και βοηθάει στο καθάρισμα του συνεδρίου;
-Ναι, βέβαια. Σημαίνει ότι τον έχουν αποβλακώσει οι promoters του.
-Ο νομάρχης Θεσσαλονίκης, ο Ψωμιάδης, πώς σου φαίνεται;
-Νομίζω ότι εκπροσωπεί με τον καλύτερο τρόπο τον νεόπλουτο Έλληνα σκυλά. Θα σου πω ένα περιστατικό που ξέρω από πρώτο χέρι. Όταν έκανε την προεκλογική του εκστρατεία, μια φίλη μου αισθητικός πήγε να του κάνει μακιγιάζ για μια φωτογράφιση. Κι όπως καθόταν στο γραφείο του για να τον περιποιηθεί φαινόταν απ' το παράθυρο το Καπάνι, η παλιά αγορά της Θεσσαλονίκης. Και της λέει ο Ψωμιάδης: «Αυτά όλα μια μέρα εγώ θα τα ισοπεδώσω». «Μα γιατί;» του λέει η φίλη μου «τι σας έχει κάνει η παλιά αγορά;». «Θα την κάνω πάρκινγκ!» της απαντάει «δεν ξέρεις πόσος κόσμος θα σωθεί από ένα τέτοιο έργο»... Αυτή λοιπόν είναι η φιλοσοφία του Ψωμιάδη και του κάθε Ψωμιάδη. Είναι η φιλοσοφία του άξεστου νεόπλουτου Έλληνα που έχει οράματα τεχνοκρατικά.
-Κι αν κάποιος σου πει ότι «Μα κάπου πρέπει να γίνει το πάρκινγκ»;
-Ας πάνε να κόψουν το κεφάλι τους να βρουν! Ας κάνουν υπόγεια πάρκινγκ! Είναι δυνατόν να καταστρέφεις τα δύο-τρία σημεία που έχουν μείνει στην πόλη για να θυμίζουν την ιστορία της;
-Πες μια ωραία είδηση που άκουσες τελευταία.
-Ότι στο τσουνάμι δεν υπήρχαν ζώα θύματα. Τίποτα -ούτε ένας ελέφαντας, ούτε ένας λαγός. Το είχαν μυριστεί και είχαν φύγει. Αυτό είναι μια καλή απάντηση στο ποιος είναι ευφυέστερος πάνω στον πλανήτη.
-Να τελειώσουμε με μουσική... Αυτό τον καιρό ετοιμάζεις έναν καινούριο δίσκο;
-Ναι, με μια ορχήστρα από 13 άτομα.
-Πολλά δεν είναι;
-Ο ήχος που ήρθε στο μυαλό μου τόσα όργανα είχε.
-Και με τι μοιάζει αυτός ο ήχος; Τι να σου πω; Αν οι «Ανάσες των λύκων» ήταν ένα πένθος, αυτό είναι μια γιορτή. Η αγωνία μου ήταν να απελευθερώσω λίγη από την ευγνωμοσύνη που νιώθω για τη Μουσική. Τη θεωρώ τη μεγάλη και μοναδική θρησκεία. -----------------Όταν θα αγαπήσεις το γέλιο σου και την αναπνοή σου και δεις πως έχεις κάτι να μας πεις "Στο πλάι σου ο άνθρωπος που διάλεξες βιτρίνα στη ζωή σου τριάκοντα αργύρια αντίτιμο σιωπής"

Δεν υπάρχουν σχόλια: